Ενα ιστολόγιο εξερεύνησης στο χώρο της εναλλακτικής θεραπευτικής


Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Στα χνάρια του Δρ. Μπαχ


"Η πρώτη φορά που βίωσα οτι υπάρχουν αυτά που λένε για νεράιδες και πνεύματα της φύσης ήταν στο Betws-y-Coed, στη βόρεια Ουαλία. Σε φάση ακραίας αθεϊας και υλισμού, σε φάση που δεν υπήρχε περίπτωση να με πείσει κανείς οτι υπάρχει αυτό που λέμε 'αόρατος κόσμος' ή 'κόσμος πνευμάτων' και τέτοιες μεταφυσικούρες. Η εμπειρία στο Fairy Glen του μικρού αυτού χωριού δεν μπαίνει σε λόγια, δεν εξηγείται, γι αυτό και για πολλά πολλά χρόνια την αρνιόμουνα.
Πέρασαν δέκα χρόνια από την εμπειρία αυτή, είχα έρθει πια στην Ελλάδα, είχα ήδη άλλα τόσα χρόνια λήψης ανθοϊαμάτων (αρχικά από περιέργεια, αργότερα από γνώση και ανάγκη), και πλέον είχα πολλές αντίστοιχες εμπειρίες που σιγά-σιγά διαμόρφωναν την αντίληψή μου για τα πράγματα. Με αφορμή τις φαρμακευτικές ιδιότητες των βοτάνων, σιγά-σιγά μελετούσα τα φυτά φωτογραφίζοντάς τα, διαβάζοντας, ρωτώντας, πειραματιζόμενη. Αρχισα να βιώνω ανεξήγητες έλξεις προς κάποια φυτά, και άρχισα να παρατηρώ αυτό που μου συνέβαινε. Κανείς δεν είχε να μου δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις για αυτό, παρά το γεγονός οτι συνέπιπταν οι εμπειρίες αυτές με την βαθύτερη προσωπική μου αναζήτηση για αυτό που λέμε "Αλήθεια" ή "Πνεύμα", ενώ είχα δασκάλους και λάμβανα σημαντικές διδασκαλίες. Μόνο κάποιο θεώρημα της κύριας διδασκαλίας την οποία τότε λάμβανα μου είπε πως "η φύση είναι ο μεγαλύτερος και ευγλωττότερος διδάσκαλος που θα μπορούσε να έχει ο άνθρωπος".
Και άρχισα να διερωτώμαι ακριβώς τι είναι αυτό που μου μαθαίνει.
Η συνειδητότητα και η γνώση που προερχόταν από το κάθε βίωμα ήταν σαν την σταγόνα που διηθείται μέσα από την καφετιέρα του γαλλικού καφέ. Αλλαζε το χρώμα της ψυχής μου, άλλαζε την περιεκτικότητά μου σε 'θρεπτικές ουσίες', άλλαζε την ίδια μου την υφή σαν άνθρωπο. Με μετάλλασσε. 
Ο καλός μου άγγελος-οδηγός που ενορχηστρώνει τις παράξενες συγχρονικότητες (η Αιώνια Ψυχή μου, όπως θα έλεγε ο Δρ. Μπαχ) με έφερε σε έναν σύγχρονο δάσκαλο Αλχημείας. Εναν ολόκληρο χειμώνα και μία άνοιξη ζούσα ξαγρυπνώντας τις νύχτες όταν η οικογένεια είχε αποκοιμηθεί, κάνοντας πειράματα, κατά το πλείστον αποτυχημένα, προσπαθώντας να φτιάξω ελιξήρια από την 'ψυχή' του φυτού με την σπαγυρική μέθοδο. Οι αποτυχίες μου με πήγαν μακριά, διεύρυναν τη γνώση του ίδιου του εαυτού μου, τη γνώση μου για τις λεπτοφυείς ποιότητες ανθρώπων και φυτών, μια που "η λίθος δεν είναι άλλη από εσάς τους ίδιους" όπως μας έλεγαν οι δάσκαλοι της αλχημείας. Ο,τι συνέβαινε μέσα μου συνέβαινε και με έναν παράξενο τρόπο και μπροστά μου, στα μπωλάκια, τις κατσαρόλες, τις σκόνες και τα υγρά που χόχλαζαν (ή δεν χόχλαζαν - όπως θα έπρεπε!).
Οι παλαιοί αλχημιστές, διάβαζα, έξω από το εργαστήριό τους έγραφαν "ora ora et labora" - "προσευχήσου προσευχήσου και εργάσου". Δυό χρόνοι προσευχής για ένα χρόνο εργασίας. Το εφάρμοσα κατά γράμμα, το εφαρμόζω σταθερά και σήμερα όταν βγαίνω στα βουνά να φτιάξω ένα ίαμα. Πολλά θα μπορούσα να γράψω για την προσευχή, αυτή την προσευχή, την άλλη προσευχή, το προσεύχεσθαι: με λόγια ή χωρίς, σε τούτο ή σε κείνο, σε Αυτούς ή Αυτόν ή Αυτήν. Πολλά, αλλά είναι άλλης ώρας. Η προσευχή κάτι μου έκανε, πάντως. Οι φίλοι μου άρχισαν να λένε το πώς έγινα "μια ήρεμη παρουσία", πώς "άλλαξε η ενέργειά μου" και τέτοια διάφορα. Εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα στην αρχή. Απλά ήταν κάτι που μου ταίριαζε και μου άρεσε. Ζούσα όμορφα μέσα από αυτό.
Τα πειράματα σταμάτησαν όταν κινδύνεψε να πάρει φωτιά το σπίτι μου. Είχα φτάσει να δακρύζω από "ανεξήγητη" συγκίνηση βρισκόμενη κοντά σε κάποια δέντρα, παρατηρώντας κάποια φυτά ή μανιτάρια, περπατώντας στο δάσος ή σε κάποιο κήπο. Αποκτούσα σχέση καρδιάς με κάποια όντα που οι γύρω μου θεωρούσαν "πράσινο" ή "περιβάλλον" ή απλά τροφή, ξυλεία, ζιζάνια, κτλ. Και αυτό συνέβαινε όχι στο προσκήνιο της ζωής μου, της απίστευτα περίπλοκης και πολυαπασχολημένης, αλλά σε ένα επίπεδο άλλο, σχεδόν ασυνείδητο, που στάλαζε σιγά-σιγά εντός μου σαν μια σπηλαία λίμνη που γέμιζε σταγόνα-σταγόνα μέσα στο σκοτάδι.
Για χρόνια έπαιρνα ανθοϊάματα, έδινα στα μωρά μου, στα σκυλιά και στα γατιά μου, στους φίλους μου, στα φυτά μου - χωρίς να πολυ-ψάχνω τα ίδια τα όντα από τα οποία προέρχονταν. Σαν φάρμακα. Πώς παίρνεις ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο.
Κάποια στιγμή η έλξη που ένιωθα για κάποια λουλούδια έφτασε την ένταση που συνήθως ονομάζουμε έρωτα. Ηθελα να είμαι πλάι τους, μαζί τους συνέχεια, τα ονειρευόμουν, τους "μιλούσα" όταν ήμουν μόνη μου, τους εκμυστηρευόμουν πράγματα που δεν θα μπορούσα ποτέ να πώ ούτε στην καλύτερη ψυχοθεραπεύτριά μου, τα φωτογράφιζα όπου τα έβρισκα, τα ξερίζωνα και τα φύτευα στις γλάστρες μου (με ποικίλα αποτελέσματα και βιωσιμότητα), είχα τις φωτογραφίες τους  στο πορτοφόλι και στον τοίχο μου. Τώρα ξέρω πως η ψυχή μου ελκόταν για να θεραπευτεί από την "ενέργειά τους", γίνονταν οι θεραπευτές μου - και οι Δάσκαλοί μου.
Αρχισα να προσέχω το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν, να παρατηρώ τι τους άρεσε και τι όχι, με ποιά άλλα φυτά έκαναν παρέα και συμβίωναν, άρχισα να μαθαίνω τα λατινικά τους ονόματα. Αρχισα να παρατηρώ τους τόπους που φύτρωναν από χρόνο σε χρόνο κι από εποχή σε εποχή. Και ενώ στις ακαδημαϊκές μου σπουδές (σχολείο & πανεπιστήμιο) δεν ήμουν ποτέ αυτό που λέμε "καλή μαθήτρια" (ούτε "φυτό"! μα τι ειρωνεία!) και δεν μπορούσα ποτέ να αποστηθίσω ούτε μισή παράγραφο ούτε έναν μαθηματικό τύπο, ξαφνικά άρχισα να γίνομαι τέρας γνώσεων (έτσι με λένε έως σήμερα - κρατάω το 'τέρας', γιατί η γνώση δεν έχει αρχή και τέλος) χωρίς να φοιτήσω ποτέ σε αντίστοιχη ακαδημαϊκή σχολή. Μόνο από έρωτα. Μόνο από την αγάπη.
Και - 20 χρόνια μετά την εμπειρία στο Betws-y-Coed, 20 χρόνια από τότε που πήρα ως 'περίεργη' το πρώτο μου ανθοϊαμα - άρχισα να διαβάζω διακαώς οτιδήποτε  υπήρχε για  την ανθοθεραπεία. Επεσα επάνω σε ένα σάιτ που δεν υπάρχει πια, που έλεγε οτι για να μάθεις τα ανθοϊάματα πρέπει να τα παρασκευάσεις μόνη σου. Αυτό ήταν! (Κάτι αντίστοιχο με έναν δάσκαλο που έλεγε κάποτε οτι για να μάθεις τα ταρώ έπρεπε να ζωγραφίσεις μόνος σου μια τράπουλα από την αρχή, αλλά αυτό δεν με κέρδισε ποτέ)
Αρχισα αχόρταγα να ψάχνω γύρω μου για τα φυτά του Μπαχ. Το chicory άφθονο στις άκρες της ασφάλτου και στα άχτιστα οικόπεδα. Το clematis επίσης στα πρανή των μικρών επαρχιακών οδών της Αρκαδίας όπου περνούσα κάθε χρόνο πηγαίνοντας για το εξοχικό. Το cherry plum στον κήπο του σπιτιού  μου, άνθιζε μόνο του μέσα στις ανοιξιάτικες καταιγίδες και υποσχόταν την αλλαγή της εποχής και τη γαλήνη (και τρώγαμε λαίμαργα τα φρούτα του τα καλοκαίρια!). Η παρατήρηση γεννούσε τη γνώση, και η κάθε ψηφίδα γνώσης ερχόταν να συμπληρώσει ένα παράξενο ψηφιδωτό που η τελική του εικόνα παραμένει μέσα μου άγνωστη. Εγινα ντετέκτιβ φυτών, κατέγραφα  μέσα μου πού έβλεπα το ένα, πού φύτρωνε το άλλο, πώς ήτανε το μπουμπούκι, το άνθος, οι σπόροι, τα φύλλα και η ρίζα του. Αυτή η εμμονή με διακατέχει αθεράπευτα μέχρι σήμερα. 
Η συγχρονικότητα έφερε μπροστά μου ένα άρθρο της Μαρίνας Αγγελή για τα ανθοϊάματα του "Πήγασου". Ηταν η πρώτη μου επαφή με ανθοϊάματα άλλων ανθέων, άλλων φυτών. Διάβασα για φυτά που αγαπούσα και βρίσκονταν κοντά μου, και έσπευσα να τα κάνω ιάματα - να πειραματιστώ εκ νέου με μια αλλιώτικη αλχημεία, όπου η φωτιά ήταν ασφαλής γιατί ερχόταν "από τα Ανω", και το νερό έπρεπε να είναι από πηγή καθαρή...
Με κάποια άνθη είχαν προηγηθεί μακρόχρονες σχέσεις και εκμυστηρεύσεις, και μεγάλοι έρωτες. Κάποια άνθη ήταν νέες γνωριμίες που με σαγήνευαν, όλο και κάτι μου "ψιθύριζαν" καθώς περνούσα από κοντά τους, με τραβούσαν να τα παρατηρήσω και να τα μελετήσω, να τα γνωρίσω καλύτερα, και να αποτυπώσω την ενέργειά τους στο νερό. Σε νερό πάνω στο οποίο είχα προηγουμένως προσευχηθεί και ευχαριστήσει. Σε νερό από κάτι πηγές που εμφανίζονταν μπροστά μου από το πουθενά, και (συνέβει και αυτό) μετέπειτα χάνονταν μόνες τους, ή μπαζώνονταν για κάποιο σκοπό. Αρχισα να βλέπω τα "νέφη μικροσωματιδίων ενέργειας" γύρω από τα δέντρα, τα άνθη, τους ανθρώπους, τα νερά, και να ακούω το "τραγούδι" τους. 
Σαν άνθρωπος της εποχής της γραμμικής σκέψης και του ορθολογισμού, ήθελα πάντα να κατανοώ και να εξηγώ τα μυστήρια. Τι σημαίνει "μυστήριο" έλεγα - είναι απλά κάτι που ακόμα δεν έχει ανακαλύψει και περιγράψει η επιστήμη, γιατί τα όργανα που διαθέτει είναι ακόμα χονδροειδή... "Δεν υπάρχουν μυστήρια", έλεγα. "Η παρασκευή ανθοϊαμάτων είναι μία απλή διαδικασία", έλεγα. Και συνεχίζω να λέω, μετά από 60 και βάλε ανθοϊάματα (πετυχημένα και μη).
Αλλά φέτος, 33 χρόνια μετά την εμπειρία στο Ουαλικό χωριό (από όπου και ο ίδιος ο Εντουαρντ Μπαχ άρχισε τη δική του πορεία), μέσα  στο δάσος της ερυθρελάτης στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, αισθάνθηκα ξανά το άρρητο, το μυστήριο. Αυτό το δέος που δεν επιδέχεται λεκτικής εξήγησης, αυτό το αίσθημα που ξέρεις οτι άμα το εκστομίσεις θα το βεβηλώσεις και δεν χρειάζεται, και που μόνο να σκύψεις μπορείς μπροστά του, μόνο να κλάψεις και να πεις ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
Οι συγχρονικότητες, οι ιδιότητες των ανθέων, όλα εξηγούνται και νοητικά τακτοποιούνται. Μέσα μου, τουλάχιστον.
Το πώς πήγα να βρώ το γαίον (geum coccineum) σε κάποιο γνωστό μου υγρολίβαδο αλλά είχε απανθίσει και αντ' αυτού τα άνθη που μου προσφέρθηκαν ήταν η προυνέλα και το κόκκινο τριφύλλι, μπορεί να ακούγεται θαυμαστό σε κάποια αυτιά. Αλλά η απογευματινή μου βόλτα στο ημίφως των κωνοφόρων που φωτιζόταν από τους μικρούς ήλιους της ινούλας είχε μία ποιότητα που ξαναθυμήθηκα από την τοτινή μου επίσκεψη στο Fairy Glen. Ο χρόνος σταμάτησε, ή έτρεξε με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, ή κάπως κάμφθηκε, ή καμπυλώθηκε, και δεν ήταν πια ο ίδιος.
Μιλάμε για παράλληλα σύμπαντα και φανταζόμαστε άλλους τόπους ή χρονομηχανές ή δεν-ξέρω-γω-τι. Ισως όλες οι βαθιές μυστικιστικές εμπειρίες που έχουν περιγραφεί από τρελλούς και αγίους να βιώνονται σ'αυτό το εδώ που είναι συγχρόνως και κάπου αλλού, στο τώρα, το σήμερα, και στο πάντα.
Ζούμε μέσα σε θαύματα, και όσο βαθαίνει η αντίληψή μας (ή μήπως η αγάπη μας; ή μήπως ο έρωτας;) βιώνουμε περισσότερα. Ισως αυτή να είναι η αληθινή Μαγεία. Που δεν επιδέχεται ούτε χρειάζεται νοητικές εξηγήσεις.
"Υπάρχουν περισσότερα πράγματα στον ουρανό και στη γη απ' όσα μπορεί να ονειρευτεί η φιλοσοφία μας", είπε ο Αμλετ στο φίλο του τον Οράτιο.
Και έτσι είναι. "

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2019

Η γοητεία του μυστικού

"Εχω ένα μυστικό κρυμμένο στης καρδιάς τα  βάθη, κανείς δεν θα το μάθει και ποτέ δεν θα το πω", λέει το παλιό τραγούδι.

Εχουμε και κρατάμε μυστικά, κρατάμε πράγματα κρυφά. Τα ρήματα έχουν να κάνουν με το έχειν και το κατέχειν, και σπάνια με το είναι. Κρατάμε πράγματα κρυφά και μυστικά, γιατί φοβόμαστε να τα φανερώσουμε, φοβόμαστε τις συνέπειες που θα έχει η αποκάλυψή τους, φοβόμαστε το τι μπορεί να γίνει άμα βγουν στο φως. Ισως και να ντρεπόμαστε για κάποια πράγματα: δεν ταιριάζουν με την εικόνα που θέλουμε να έχουμε και να δείχνουμε για τον εαυτό μας, μας κάνουν να φαινόμαστε ίσως πιο τρωτοί, ίσως όχι τόσο αλτρουιστές, ίσως όχι τόσο 'καθαροί'... Μας κάνουν να φαινόμαστε αυτό που τελικά είμαστε: απλοί άνθρωποι, "με τα φλούδια και τα κουκούτσια" μας, που έλεγε κι ο ποιητής. Το καθώς πρέπει φαίνεσθαι γεννά τη ντροπή, και η ντροπή γεννά το μυστικό.

Υπογραμμίζω τις λέξεις, γιατί έχουν σημασία: Από τη μία έχουμε το φώς, το φανερό, την αποκάλυψη, που συνδέονται με το φόβο, και από την άλλη έχουμε το έχειν και το κατέχειν. Κάπως δηλαδή συνδέονται όλα αυτά, σε έναν φόβο του φωτός.

Μας αρέσει να μας εμπιστεύονται μυστικά. Μας κάνουν και νιώθουμε σπουδαίοι, σημαντικοί: αλλιώτικοι, ξεχωριστοί, ακόμα και "ανώτεροι" από τους γύρω μας. Οι περισσότερες μυητικές σχολές λειτουργούν (στους "εσώτερους" κύκλους τους, τουλάχιστον) με "μυστικές τελετές και δοξασίες" και άλλα "μυστικά". Τα λέμε συχνά  "Μυστήρια", αλλά τα Μυστήρια είχαν άλλη σημασία, νομίζω, στην ιστορία της ανθρωπότητας.  

Μας γοητεύουν τα κρυφά: τα κρυφά φιλιά, οι κρυφοί έρωτες, οι συνωμοσίες (που πάντα γίνονται "στα κρυφά"). Κάποτε ένας τρόπος να γίνει ευπώλητο ένα βιβλίο ήταν να έχει στον τίτλο του τις λέξεις 'απόκρυφο', 'μυστικό' ή, έστω, 'μυστήριο'. 

Μας γοητεύουν τα πράγματα που δεν μοιράζονται απλόχερα, δηλαδή, και είναι κτήμα λίγων εκλεκτών: όταν τα έχουμε νιώθουμε σημαντικοί, ξεχωριστοί, κάτι το ιδιαίτερο, και σίγουρα νιώθουμε μία ανωτερότητα έναντι των ανθρώπων που "δεν κατέχουν" το μυστικό, που δεν είναι κοινωνοί του κρυφού.
Μας γοητεύουν τα πράγματα που δεν βγαίνουν στο φως.

Ισως αυτό θα έπρεπε να μας προβληματίσει.

Τι είναι αυτό που δεν θέλει να βγεί στο Φως, τι είναι αυτό που μας διαχωρίζει σε ανώτερους και κατώτερους, σε κατέχοντες και μη-κατέχοντες; Μας έχουν πείσει μερικούς αιώνες τώρα οτι ο διάβολος είναι ένας τύπος ημίγυμνος, μαυριδερός με μυτερά αυτιά, πόδια κατσίκας, ουρά και κρατάει πηρούνα. Δεν έχω γνωρίσει τον συγκεκριμένο κύριο, η αλήθεια είναι. Ξέρω όμως έναν άλλον:  τον διά-βολο  (βούλεται το δια: τη διά-λυση, τη δι-αίρεση, τη δια-βολή κτλ) που μπαίνει ανάμεσά μας και μας χωρίζει: σε ανώτερους και κατώτερους, σε γνώστες και αδαείς, σε έχοντες και μη-έχοντες, σε καλούς και κακούς, σε νοικοκυραίους και αναρχικούς, κτλ. Η ντροπή, η κρυψίνοια, το ύπουλο και το δολερό τρέφονται από τα μυστικά, τα κρυφά, και φυσικά τα ψέματα. Είναι δια-βολική η γοητεία του κρυφού και του μυστικού...

Ενα μυστικό είναι μεγάλο ρίσκο για αυτόν που το έχει και μεγάλη δέσμευση για αυτόν που το κρατάει (δίνουμε όρκους και υποσχέσεις, δίνουμε τον λόγο μας ενέχυρο προκειμένου να μας εμπιστευτούν 'το μυστικό').

Το Φως, πάλι, είναι για όλους. Δίνεται απλόχερα, με γενναιοδωρία, χωρίς διακρίσεις ανώτερου ή κατώτερου. Κάνει τα πράγματα φανερά. Ανοίγεις τα μάτια σου το πρωί και βλέπεις επειδή απλά υπάρχει, βγαίνεις στον ήλιο και σε λούζει το φως του που λάμπει 'επί δικαίων και αδίκων'. Το Φως, έλεγε μια παλιά διδασκαλία, είναι Νόμος του Σύμπαντος. Το Φως είναι πληροφορία. Τα πάντα που υπάρχουν είναι προορισμένα (ή καταδικασμένα!) να βγουν μια μέρα στο φως, να γίνουν κοινό κτήμα, και... σ' όποιον αρέσουν! Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο, λέει η παροιμία.

Ανάβουμε το φως τη νύχτα για να μη φοβόμαστε, ανάβουμε φακό στα σκοτεινά για να μην παραπατήσουμε. Το Φως διαλύει το σκοτάδι, διαλύει το φόβο: τα κάνει όλα ορατά, φανερά, και διαχειρίσιμα. "Το φως εν τη σκοτία φαίνει και σκοτία αυτό ου κατέλαβεν" λένε οι Γραφές.

Ποιός τελικά φοβάται το Φως;



Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2019

Εγκώμιο της Θλίψης

Οι άνθρωποι αντέχουμε δίπλα μας τους θλιμμένους συνανθρώπους μας μόνο όταν μοιράζονται τον πόνο τους και μας ζητούν βοήθεια. Οταν ζητούν βοήθεια νιώθουμε χρήσιμοι, και χαιρόμαστε (συχνά υπέρμετρα, ασχέτως του τι αφήνουμε να φαίνεται στην επιφάνεια) όταν μας δίνεται η δυνατότητα να δώσουμε συμβουλές ή/και να εκφράσουμε άποψη. Νιώθουμε χρήσιμοι και σπουδαίοι όταν δίνουμε συμβουλές, ασχέτως εάν μας ζητούνται ή όχι.



Οταν όμως ο θλιμμένος άνθρωπος δεν μιλά για τη θλίψη του στον κοινωνικό του περίγυρο, δεν τη μοιράζεται, και άρα δεν ζητάει συμβουλές (ζητάει μόνο συμπαράσταση: συν+παρά+στέκομαι, στέκομαι πλάι στον άλλον, μαζί του), οι άλλοι γύρω του δυσκολεύονται. Νιώθουν ακυρωμένοι, γιατί τους αφαιρείται η δυνατότητα να δώσουν συμβουλές και άρα να νιώσουν χρήσιμοι και σημαντικοί. Και έτσι ο "θλιμμένος-χωρίς-φανερή-αιτία" περιθωριοποιείται από τους πολλούς, βαφτίζεται ξινός, αρνητικός, αντικοινωνικός, ακόμα και αγενής.


Δεν μπορούν όλοι να μοιραστούν τη θλίψη τους με όλους. Χρειάζονται προϋποθέσεις που ο καθένας ξέρει για τον εαυτό του. Η βαθειά θλίψη είναι συναίσθημα ιερό, ακριβό. Η "αιτία" της μπορεί να είναι κάτι που στους άλλους δεν είναι κατανοητό, ή κάτι που 'δεν αξίζει'. Οι άνθρωποι αρεσκόμαστε να κρίνουμε (πάντα εξ ιδίων!) και να δίνουμε συμβουλές, αλλά σπάνια απλά ακούμε ή στεκόμαστε πλάι χωρίς κρίση ή απόψεις (η κρίση ή οι απόψεις μπορεί να μην εκφράζονται φωναχτά αλλά ο θλιμμένος άνθρωπος τις διαισθάνεται ξεκάθαρα - η σκέψη και τα συναισθήματά μας γίνονται ευκολότερα αντιληπτά στον θλιμμένο παρά στον χαρούμενο). Η θλίψη βαθαίνει την ψυχή. Την έχουμε ανάγκη ως άνθρωποι.



Η κοινωνία μας θέλει όλοι να "είμαστε καλά", που σημαίνει χαμογελαστοί, χαρούμενοι, παραγωγικοί, "θετικοί". Δεν αντέχει τα δάκρυα ή την εσωστρέφεια. Μόλις πάει κάποιος να εκστομίσει μία στενοχώρια του σε ομήγυρη "εσωτεριστών" (ή άλλων "ψαγμένων"), ακούει εκείνο το "σκέψου θετικά" (και είτε η ψυχή του βουλιάζει στη μοναξιά είτε θέλει να χαστουκίσει τον λέγοντα για τη ρηχότητά του!). Ολοι αυτοί οι υπέρμαχοι και οι  "δάσκαλοι της θετικής σκέψης" (κυρίως οι εξ Αμερικής προερχόμενοι) έχουν καταστήσει τη θλίψη άλλη μία ασθένεια που πρέπει να θεραπευτεί. Συχνά συγχέεται δε η θλίψη με την κατάθλιψη, που όπως λέει η λέξη, σημαίνει την καταπίεση της θλίψης, και συγκαταλέγεται στις πιο κοινές ψυχικές παθήσεις της εποχής μας.


Στο σημερινό κόσμο, ακόμα και αν έχει λύσει κανείς όλα του τα ζωτικά προβλήματα (επιβίωση, σχέση με σύντροφο και παιδιά, εργασία με νόημα και καλές αποδοχές, κτλ) δεν είναι δυνατόν να μην βιώνει μία κάποια θλίψη: η ανθρωπότητα ολόκληρη λειτουργεί σαν ένας άνθρωπος τα κύτταρα του οποίου είμαστε όλοι εμείς. Ακόμα και ένας άνθρωπος να υποφέρει, ένα κύτταρο, όλο το σώμα υποφέρει, όλοι οι άνθρωποι. Είμαστε μέρος ενός όλου, συνδεδεμένοι άρρηκτα, είτε μας αρέσει, είτε το θέλουμε, είτε το πιστεύουμε είτε όχι. Ο πόνος του διπλανού μας είναι και δικός μας, όσο και να τον αρνούμαστε - γιατί η άρνηση βρίσκεται στο νου μας, αλλά ο πόνος είναι στο σώμα της ψυχής, σε ένα επίπεδο το οποίο βιώνεται στο συναίσθημα ή στο ίδιο το φυσικό μας σώμα, εξωλεκτικά. Αυτή την εποχή, επίσης, σε πολλούς από μας γίνεται αντιληπτός και ο πόνος της Γης, η οποία βασανίζεται από την κακοποίηση του είδους μας - αυτό γεννά μέσα μας θλίψη, ανεξήγητη θλίψη. Είτε έχουμε συνείδηση αυτού, είτε μας αρέσει, είτε το πιστεύουμε, είτε όχι. Υπάρχει, όπως ακριβώς υπήρχε και η Αυστραλία πριν "ανακαλυφθεί" από τους λευκούς (κατά το γνωστό ανέκδοτο).

Αυτό που συχνά παθαίνουμε, όταν βιώνουμε θλίψη ή πένθος 'ανεξήγητο', είναι οτι προσαρτούμε σε αυτό ένα αφήγημα, μία ιστορία ("είμαι θλιμμένη επειδή...") προκειμένου να εξηγήσουμε, να ερμηνεύσουμε το συναίσθημά μας, προσπαθώντας έτσι να το κάνουμε πιο υποφερτό. Η πείρα μας έχει δείξει οτι εάν μείνουμε στο συναίσθημα αυτό χωρίς ερμηνείες, χωρίς να το προσωποποιήσουμε δηλαδή, το συναίσθημα αυτό μεταμορφώνεται. Μεταμορφώνεται, και μας μεταμορφώνει. "Η θλίψη είναι η πύλη της εσωτερικής σιγής, και η σιγή είναι η πύλη της αγάπης" έλεγε ο αείμνηστος Manuel Schoch.  Εάν αφεθεί να υπάρξει έτσι απλά, η θλίψη μεταμορφώνεται σε χαρμολύπη, μία κατάσταση για  την οποία δεν έχω βρεί αντίστοιχο όρο σε άλλες γλώσσες. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο 'λεπτό' αίσθημα που κάνει την εμφάνισή του όταν συνδεόμαστε με την Πηγή μας, με το Πνεύμα, με αυτόν τον πολύ προσωπικό μας "Θεό", με τον εαυτό μας τον ίδιο, τελικά (έλεγε ο Ντοστογιέφσκι "όσο πιο σκοτεινή η νύχτα τόσο πιο λαμπερά τα αστέρια, και όσο πιο βαθιά η θλίψη τόσο πιο κοντά στο Θεό βρισκόμαστε"). 

Πρόκειται για μία κατάσταση που δεν βολεύει ούτε την υπακοή σε δόγματα ήθη ή έθιμα, ούτε την παραγωγικότητα, ούτε το κοινωνικό φαίνεσθαι ή τον εγωισμό μας - άρα μία κατάσταση που δεν βολεύει καμία από τις γνωστές κοσμικές εξουσίες. Ανοίγει δε το δρόμο στην αληθινή μας δύναμη.





Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019

Τα Χαρίσματα στη Ζωή μας (ή, Όταν ο Ηρωας Γίνεται Μάγος)


Σκοπός του Ταξιδιού του Ήρωα μέσα στον καθένα μας είναι για να ανακαλύψουμε ποιοί είμαστε: στο ταξίδι της ζωής μας δοκιμαζόμαστε σε διάφορα πεδία, και μαθαίνουμε. Μαθαίνουμε τις ευκολίες και τις δυσκολίες μας, μαθαίνουμε τα χαρίσματά μας με τα οποία ήρθαμε να υπηρετήσουμε την κοινότητά μας στη γη (άλλοι το λένε «πνευματικές αρετές με τις οποίες ήρθαμε να συμβάλλουμε στο θείο σχέδιο», κτλ).

Στο τέλος του ταξιδιού, του επιτυχούς ταξιδιού (που δεν κόλλησε σε κανέναν από τους παραπάνω ρόλους/φάσεις), ο Ηρωας γίνεται ο Μάγος, ο κύριος των ενεργειών. Και επιστρέφει στην κοινότητα: άλλος με χαρίσματα θεραπευτή, άλλος με χαρίσματα οργάνωσης ή διοίκησης, άλλος με χαρίσματα δασκάλου, εμψυχωτή κτλ. Είναι πολλά τα χαρίσματα που μας δίνονται ανάλογα με την εργασία που χρειάζεται να προσφέρουμε, και τα χαρίσματα αυτά τα ανακαλύπτουμε σιγά-σιγά κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Από τα χαρίσματα αυτά πηγάζουν και τα μαθήματα που έχουμε να πάρουμε στη ζωή μας (το επονομαζόμενο και «κάρμα» από κάποιες παραδόσεις), όπως και η «σκιά» μας.


Το χάρισμα του δάσκαλου, για παράδειγμα: κάποιος γεννιέται με χάρισμα λόγου και πειθούς, χάρισμα μετάδοσης πληροφοριών και γνώσεων. Είναι οι άνθρωποι που όταν αρχίσουν να μιλούν «κρέμεσαι από το στόμα τους». Εχουν την ικανότητα όχι μόνο να κρατούν ένα ακροατήριο αλλά και να εξηγούν με τρόπο κατανοητό σε όλους, και έχουν έσωθεν τη διάθεση να μεταδώσουν πληροφορίες, νιώθουν βαθειά ότι όταν «διδάσκουν» βρίσκονται στο στοιχείο τους – και έτσι νιώθουν και οι άνθρωποι που τους ακούν. Οι άνθρωποι που έρχονται σε επαφή μαζί τους, νιώθουν θαυμασμό προς αυτούς, με όλα τα παρελκόμενά του…

Λέγεται ότι ο θαυμασμός τορπιλίζει την ταπεινοφροσύνη που έχει (ή, οφείλει να έχει) ένας άνθρωπος έναντι των συνανθρώπων του αλλά και του χαρίσματος που του δόθηκε. Η ταπεινοφροσύνη (είναι αγαθό εν ανεπαρκεία γενικώς, και) συνίσταται αφενός στην επίγνωση ότι όλοι - μα όλοι - κατέχουμε μέρος της Αλήθειας, κανείς - μα κανείς - δεν την κατέχει ολόκληρη, και αφετέρου στο ότι όλοι - μα όλοι μας - έχουμε χαρίσματα ίσης αξίας – κανείς δεν υπερέχει των άλλων έχοντας τα τάδε ή το δείνα χάρισμα. Η τορπίλη όμως είναι όπλο ύπουλο, δεν το βλέπεις, προσβάλλει τα ύφαλα του σκάφους, και αν δεν το προλάβεις έγκαιρα, το σκάφος χάνεται, βουλιάζει. Και άντε μετά να το σώσεις, εάν σώζεται, και να το επισκευάσεις, εάν επισκευάζεται! Ενας με το χάρισμα του δάσκαλου τορπιλίζεται από πολλές μεριές, και από όλους ενδεχομένως τους ανθρώπους που αγγίζει με το λόγο του. Ο θαυμασμός είναι εθιστικός σαν ζάχαρη, και το βούλιαγμα γλυκό και απολαυστικό: σε άλλον μπορεί να σημαίνει χρήματα, σε άλλον δόξα, σε άλλον σεξ, σε άλλον πολιτική ή άλλη επιρροή (ανάλογα με τις «αδυναμίες» ή τις ροπές του καθενός) – μεμονωμένα, σε συνδυασμούς, ή όλα μαζί. Όταν κάπου κάποτε ξεγλιστρίσει στον αυτοθαυμασμό και ενδώσει στην τορπίλη, αρχίζει να υπηρετεί το εγώ του και όχι αποκλειστικά την κοινότητα ή το κομμάτι της αλήθειας που του χαρίστηκε. Ο «δάσκαλος» αποκτά ύφος (ταπεινό, συνήθως, γιατί ξέρει να «παίζει» το θέμα της μάσκας) και στόμφο (που άλλοτε ακούγεται αλλά συνήθως όχι από τα αυτιά των θαυμαστών και θαυμαστριών του). Αποκτά διαστάσεις λιγάκι μυθικές στα μάτια των «μαθητών» του με τη σιωπή του, και τρέφει τον θαυμασμό τους στο πρόσωπό του με «προσωπικές χάρες», «μυστικές αποκαλύψεις», και παραποιώντας (ένα τόσο δα!) την Αλήθεια για να χαϊδέψει τα αυτιά τους. Η, πάλι, τρέφει το θαυμασμό τους με την υπερβολική του αυστηρότητα, μια που  η αυστηρότητα επίσης προσδίδει κύρος…


Με τον ίδιο μηχανισμό, το χάρισμα της διοίκησης γίνεται αυταρχισμός, το χάρισμα της γενναιοδωρίας γίνεται ιδιοτέλεια, το χάρισμα του θεραπευτή γίνεται μαγγανεία, το χάρισμα του αγωνιστή γίνεται επιθετικότητα, κτλ. Όταν υπηρετείται το εγώ, το χάρισμα μεταμορφώνεται σε ελάττωμα, μια που αναπόφευκτα οδηγεί στην αυτοπροβολή και την άσκηση εξουσίας. Ετσι το χάρισμα γίνεται «σκιά» (όπως το λέει ο Γιούνγκ, ή “rebel quality” όπως το λέει ο Manuel Schoch). Το σκίαστρο του εγώ μπαίνει ανάμεσα στο φως του χαρίσματος και στην προσωπικότητά μας.


Τα χάρισμα όμως παραμένει: μας δόθηκε, μας χαρίστηκε ως εργαλείο, για να πορευόμαστε σε όλο το βίο μας, βρίσκεται εκεί είτε το χρησιμοποιούμε είτε το κακοποιούμε είτε το αποποιούμαστε. Η χρήση που του κάνουμε είναι ανάλογη του «ηθικού μας αναστήματος». Είναι ανάλογη των συνθηκών, της μέχρι τώρα πολιτείας και προσωπικών μας αγώνων, είναι ανάλογη των προσωπικών μας επιδιώξεων κάθε φορά, του αν και πόσο είμαστε απαλλαγμένοι από την ανάγκη της αναγνώρισης…

Αλλά στη φύση, στο σύμπαν ολόκληρο ισχύει ο Νόμος της Ισορροπίας (κάποιοι τον λένε και κάρμα, και νόμο της ανταποδόσεως, «θεία δίκη», κτλ). Όπου υπάρχει μία βλάβη, δηλαδή μία ανισορροπία του συστήματος, οφείλει να αποκαθίσταται – έχουμε δει τη φύση να αποκαθιστά τις βλάβες που της επιφέρει ο άνθρωπος, για παράδειγμα. Είναι ευλογία όταν αυτό γίνεται άμεσα αλλά δεν είναι πάντα έτσι, γιατί οι θεραπείες θέλουν τον δικό τους χρόνο και τόπο, πράγματα που συνήθως υπερβαίνουν την κατανόησή μας. Με τον τρόπο αυτό, το χάρισμα γίνεται αφορμή για σπουδαία μαθήματα ζωής (σε αυτήν, στην επόμενη, ή στην μεθεπόμενη, κανείς δεν ξέρει πότε και πώς!)


Το χάρισμα είναι η επαφή μας με το Πνεύμα. Οσο σχετιζόμαστε μαζί του, όσο το καλλιεργούμε για χάρη της κοινότητας, τόσο αυτό μας τρέφει, τόσο μας συντηρεί (σε κάθε επίπεδο). Είναι μία δόνηση ισχυρή, ισχυρότερη από το οποιοδήποτε πρόβλημα θα αντιμετωπίσουμε ποτέ στον γήινο βίο μας, και γι αυτό λένε συχνά «είμαστε πιο δυνατοί από τα προβλήματά μας»: όταν έχουμε επαφή με τα χαρίσματά μας και τα βάζουμε σε δράση και λειτουργία, τα προβλήματά μας αποκτούν την αληθινή τους απόλυτα διαχειρίσιμη διάσταση…

Το Ταξίδι του Ηρωα


Σύμφωνα με τον Joseph Campbell, όλες οι ιστορίες (παραδοσιακά παραμύθια, μύθοι, έπη, κτλ) της ανθρωπότητας μπορούν να συνοψιστούν σε μία, μία μοναδική και ολοκληρωμένη ιστορία, την οποία ονομάζει «μονομυθία».

Είναι η ιστορία του Ηρωα. Του ήρωα των παραμυθιών, του ήρωα μέσα μας (της ψυχής μας), του ήρωα που είναι η ίδια η ανθρωπότητα ίσως (εάν τη σκεφτούμε ως έναν Ανθρωπο). Επειδή αγαπώ πολύ την ιστορία του Αρχοντα των Δαχτυλιδιών του Τόλκιεν, οι βασικές μου αναφορές σε παραδείγματα θα είναι από εκεί.

Και ξεκινά ως εξής: ο Ήρωας ξεκινά ως «αθώος», και παίρνει ένα Κάλεσμα, ένα παράξενο κάλεσμα για την Περιπέτεια. Πρόκειται για ένα μεγάλο ξεβόλεμα, και συνήθως διστάζει να το ακολουθήσει. Πρέπει να αφήσει πίσω του το σπίτι, την οικογένεια, τη χώρα του, και να προχωρήσει προς κάτι το Αγνωστο. Ο Φρόντο, για παράδειγμα, πήρε το κάλεσμα να φύγει από τη γη του, όχι με χαρά ούτε με προθυμία, και άργησε μέχρι ‘τελευταία στιγμή’ να αναχωρήσει. (Υπάρχουν και αυτοί που αρνούνται το κάλεσμα, ή δυνάμεις απρόβλεπτες δεν τους αφήνουν να το ακολουθήσουν, όπως η ‘ωραία κοιμωμένη’. Και τότε συμβαίνουν διάφορα δεινά, και η ζωή γίνεται αφόρητη, ο ήρωας παλινδρομεί και παραμένει «αδαής»,  ή σταματά τελείως η εξέλιξη μέχρι…)


Τον Δρόμο, τον ξεκινάει μόνος του. Νιώθει «ορφανός», μέσα στο δάσος (ή στα πέλαγα, όπως συνέβη με τον Οδυσσέα), και αβοήθητος. (Εάν μείνει στη θέση αυτή, και κολλήσει, θα αποκτήσει τη νοοτροπία του θύματος «πωπω τι μου έτυχε, δεν θα τα καταφέρω ποτέ»).

Μεγάλες δυνάμεις τον καταδιώκουν ή καραδοκούν να τον αφανίσουν: δράκοι, τέρατα, δοκιμασίες, πόλεμοι, θεοί ολάκεροι. Χρειάζεται να πολεμήσει, γίνεται Αγωνιστής. Πολεμώντας τα τέρατα τα έξω διαπιστώνει ότι τα μεγαλύτερα τέρατα τα κουβαλάει μέσα του, και αυτά είναι τα πιο δύσκολα να κατατροπωθούν. (Εάν κολλήσει σε αυτό το στάδιο, θα αρχίσει να βλέπει εχθρούς παντού και θα γίνει παρανοϊκός εριστικός και επιθετικός… )


Η βοήθεια έρχεται από απρόσμενες μεριές. Ενας ερημίτης, μία παράξενη γριά σε κάποιο σταυροδρόμι, κάποιο όν ανοίκειο που δεν είναι «του κόσμου τούτου». Στο πανδοχείο του Μπρή, ο Φρόντο εντοπίζεται και εντοπίζει μία παράξενη και λίγο απειλητική φιγούρα, την οποία καλείται να εμπιστευτεί προκειμένου να συνεχίσει. Μαθαίνει ότι τίποτα δεν είναι «όπως φαίνεται», μια που στο τέλος της περιπέτειας η παράξενη και απειλητική φιγούρα αποδεικνύεται ότι είναι ο βασιλιάς που θα φέρει την τελική ειρήνη. Ο Ηρωας αποκτά συντρόφους στο ταξίδι, συνάπτει σχέσεις με ομοϊδεάτες, δοκιμάζεται στην εμπιστοσύνη, στη διορατικότητα, στην αφοσίωση στο στόχο. Πέφτει και ξανασηκώνεται. Σιγά-σιγά χτίζει την εσωτερική του σοφία και αντοχή (εάν κολλήσει στο στάδιο αυτό θα προσκολληθεί σε σχέσεις με συντρόφους, ιδέες, ή αντικείμενα, όπως ακριβώς ο Μπόρομιρ και το Γκόλουμ).


Προκειμένου να περάσει την τελική του δοκιμασία και να αξιωθεί τη Μύηση, όμως, καλείται να θυσιάσει – να απαρνηθεί κάτι που είχε ως τώρα μεγάλη αξία για αυτόν (μια ιδέα, ένα αντικείμενο, μία σχέση, την εικόνα του εαυτού του, τη ζωή του την ίδια) στο βωμό της εξέλιξής του. Είναι η φάση της κάθαρσης, που κάποιες φορές συνοδεύεται με την κάθοδο στον Αδη. Ο Φρόντο θυσιάζει το δαχτυλίδι (που είχε φτάσει να τον κυβερνάει και να γεννάει μέσα του την εμμονή  της ιδιοκτησίας), ο Γκάνταλφ  θυσιάζει τη ζωή του παλεύοντας με τον αρχέγονο δαίμονα της φωτιάς (το Μπάλρογκ), ο Οδυσσέας την καλοπέρασή του στο νησί της Καλυψούς. (Εάν κολλήσει στην απάρνηση και στη θυσία, ο ήρωάς μας θα μείνει στη νοοτροπία του «μάρτυρα»…)

Η Μύηση συχνά περιλαμβάνει τον Ιερό Γάμο, ή, όπως το λέει ο Κάμπελ, τη ‘συνάντηση με τη Θεά’, και την «επιστροφή στον Πατέρα». Φαίνεται σαν να αποτελεί το απόγειο της εμπειρίας του ταξιδιού του Ηρωα. Εγινε κύριος του εαυτού του, σοφός. Είναι κύριος των ενεργειών, μπορεί να χορεύει μαζί τους, ξέρει πότε να υπακούσει για να τον υπακούσουν. Εγινε ο Μάγος. Μα το ταξίδι δεν τελειώνει εδώ. Ο Μάγος δεν υπάρχει πια για τον εαυτό του – τα δώρα που έλαβε, τις ικανότητες τις γνώσεις και τις νέες δεξιότητες που απέκτησε από το προσωπικό του ταξίδι, πρέπει με τη σειρά του να τα δώσει στην κοινότητα, να τα μοιραστεί για το κοινό καλό, να υπηρετήσει (Τα 4 Χόμπιτ, με νέες δυνάμεις και δεξιότητες πλέον μετά από όλες τις περιπέτειές τους, ξαναγυρνούν στο Shire για να επαναφέρουν την τάξη και την ανθρωπιά στη διακυβέρνηση του τόπου τους). Είναι πια χρήσιμος, αλλά και αποδεκτός και σεβαστός. Και πάντα έτοιμος να αφήσει πίσω τις γνώσεις του, να ξαναγίνει «αθώος», και να αρχίσει εκ νέου το επόμενο ηρωικό ταξίδι, να ξανακατέβει στον Αδη, να πάρει την επόμενη Μύηση… (Ο κίνδυνος εδώ είναι να κολλήσει στις δάφνες και στη δόξα, να γίνει αλαζών, και να χρησιμοποιήσει τα δώρα που έλαβε για ίδιον όφελος – για περαιτέρω δόξα, για υλικό ή προσωπικό κέρδος. Γίνεται χειριστικός, αρχίζει να χειραγωγεί, να διαστρέφει τα μαθήματα που έλαβε στο ταξίδι του προκειμένου να γοητεύσει… Και περνάει από την «άλλη όχθη», γινόμενος μαύρος μάγος, γητευτής, μαγγανευτής. Όπως ακριβώς ο Σάρουμαν, στον «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών»)



Ολες οι ιστορίες, οι μύθοι, όλα τα παραδοσιακά και μυητικά αφηγήματα της ανθρωπότητας έχουν σαν βάση ή αποτελούν τμήματα αυτής της μονομυθίας. Ακόμα και οι βίοι των Μεγάλων Δασκάλων μπορούν να ειδωθούν υπό αυτό το πρίσμα. Τα όνειρα που βλέπουμε σε κρίσιμες φάσεις της ζωής μας επίσης μπορούν να ειδωθούν (ίσως και να ερμηνευτούν) βάσει αυτού του μοντέλου. Η μονομυθία, έτσι όπως περιγράφεται στη μελέτη «Ο Ηρωας με τα Χίλια Πρόσωπα» του Joseph Campbell, έχει πολλές λεπτομέρειες τις οποίες δεν παρέθεσα εδώ (θα ήταν αδύνατον), και πολλά πολλά παραδείγματα από παραδόσεις όλης της γης, που βοηθούν στην κατανόηση. Είναι ένας σημαντικός τρόπος να δει κάποιος την ιστορία της ζωής του, που μπορεί να είναι ένα ταξίδι αλλά και πολλά μέσα σε ένα. 

Η ζωή λειτουργεί με φράκταλ, με κύκλους που ανοίγουν και κλείνουν και γίνονται σπείρες ξανανοίγοντας σε νέα παράλληλα επίπεδα, και κάθε φάση της μπορεί να ειδωθεί ως μία αντανάκλαση του μεγάλου ταξιδιού του Ηρωα.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

Μαθήματα από την Αυστραλία




Είχα πρόσφατα την ευκαιρία να παρακολουθήσω ξανά ένα σεμινάριο Dragon Dreaming, που είναι μία ολιστική μέθοδος διαχείρισης συλλογικών εγχειρημάτων εμπνευσμένη από την κουλτούρα των Αβορίγινων της Αυστραλίας. Πέρα από τη μεθοδολογία αυτή καθαυτή, θαύμασα και προβληματίστηκα με το βάθος κάποιων εθίμων, μύθων, και δοξασιών τους. Πρόκειται για μία παλιά (και άρα ώριμη πνευματικά) κουλτούρα/πολιτισμό με πολιτιστικές μνήμες (σε τραγούδια, ιστορίες, έθιμα) που πάνε πίσω τουλάχιστον 50 χιλιάδες χρόνια.


Μία πολύ βασική έννοια όλων των Αβορίγινων "'φυλών" (στην πραγματικότητα λέγεται οτι είναι ομάδες, όχι φυλές) είναι ο Ονειροχρόνος (Dreamtime). Δεν πρόκειται μόνο για μία "περιοχή" του χρόνου, αλλά και για έναν χώρο, ή τόπο. Εκεί πάμε όταν κοιμόμαστε, εκεί πάμε όταν πεθαίνουμε, εκεί ζούμε παράλληλα με τη ζωή μας "εδώ". Αυτό το αέναο παρόν ("everywhen") όπου αυτό που ονομάζουμε παρόν παρελθόν και μέλλον συνυπάρχουν και είναι όλα ένα, αντικατοπτρίζεται και στη γλώσσα τους, η οποία δεν έχει χρόνους όπως τους αντιλαμβανόμαστε εμείς. Στα όνειρά μας συχνά συνυπάρχουν τόποι του παρελθόντος μας με ανθρώπους που θα συναντήσουμε στο μέλλον...

Τα όνειρα, το ονειρεύεσθαι, έχουν μεγάλη σημασία για αυτούς. Στη δική μας κυρίαρχη δυτική κουλτούρα το όνειρο είναι κάτι προσωπικό και υποκειμενικό - και ο γραμμικός χρόνος (παρελθόν-παρόν-μέλλον) είναι κάτι το συλλογικό και αντικειμενικό. Για τους Αβορίγινες ισχύει το αντίθετο. Ο γραμμικός χρόνος θεωρείται υποκειμενική και προσωπική διάσταση (γιατί ο καθένας μας τον βιώνει διαφορετικά, δηλαδή -απλοϊκά - αλλιώς βιώνουμε μία ώρα αναμονής για χειρουργείο και άλλιώς μία ώρα πικνικ στην ανοιξιάτικη εξοχή). Τα όνειρα και ο ονειροχρόνος είναι συλλογικά: συναντιόμαστε στους τόπους των ονείρων είτε το θυμόμαστε μετά είτε όχι, εκεί βιώνουμε τα κοινά συλλογικά αφηγήματα της φυλής ή της οικογένειάς μας (κάτι σαν το "συλλογικό ασυνείδητο" κατά  Γιούνγκ). Νομίζουμε οτι ονειρευόμαστε σαν άτομα, αλλά στην πραγματικότητα, πιστεύουν, οτι είμαστε εμείς το όνειρο κάποιου όντος ή κάποιας δύναμης μεγαλύτερης από εμάς. 
Ο άνθρωπος, λέει, ξεκινά να ζει όταν ξεκινά να ονειρεύεται. Μα πότε ξεκινά να ονειρεύεται;


Οι Αβορίγινες παραδοσιακά τρώνε έναν καρπό που έχει αντισυλληπτικές ιδιότητες. Οταν μία γυναίκα θέλει να τεκνοποιήσει, σταματά να τρώει τον καρπό αυτό, και πάει να ονειρευτεί πλάι σε κάποιους βράχους ειδικούς, τους "βράχους των ψυχών" ή των παιδιών. Εκεί βρίσκει στο όνειρό της την ψυχή του παιδιού που θέλει να γεννηθεί μέσω αυτής, και συνάπτουν μία συμφωνία. Μετά γυρνάει πίσω στο "χωριό" (προσωρινό καταυλισμό της ομάδας) και συνευρίσκεται με το σύζυγό της. Οταν πρωτονιώσει το παιδί της να κουνιέται στην κοιλιά της λέει "το παιδί μου έχει ψυχή, άρχισε να ονειρεύεται". Το σημείο που στέκεται την ώρα εκείνη η μητέρα είναι η πατρίδα της ψυχής του παιδιού, στην οποία και θα γυρίσει όταν πεθάνει. Τα παιδιά που έρχονται σε αυτόν τον πολιτισμό λοιπόν, είναι συνειδητά και επιθυμητά, και όχι καρποί τυχαίας συνεύρεσης. Δεν είναι ίσως τυχαίο που κάποιοι από τους πρώτους δυτικούς ανθρωπολόγους που μελέτησαν τους Αβορίγινες έγραψαν οτι δεν είχαν συναντήσει ποτέ τόσο ευτυχισμένα παιδιά όσο τα δικά τους.


Το σημείο όπου η συλλογική εμπειρία του ονειροχρόνου τέμνεται με την ατομική εμπειρία του γραμμικού χρόνου είναι οι συνειδητές μας αναμνήσεις, τα ορόσημα της ζωής μας (της ατομικής μας πορείας μέσα στο χώρο και στο χρόνο). Μία σειρά από τέτοιες εμπειρίες (αναμνήσεις/ορόσημα) φτιάχνει μία Τραγουδογραμμή (songline). Μπορεί να είναι η ιστορία της ζωής μας, ή ο προφορικός "χάρτης" μίας πορείας στην έρημο, μπορεί να είναι η αφήγηση για γεγονότα που συνέβησαν 15 χιλιάδες χρόνια πριν (εδώ ας σκεφτούμε οτι το "έπος του Γκιλγκαμές" γράφτηκε πριν 4,5 χιλιάδες χρόνια σε σφηνοειδή γραφή, και θεωρείται το παλαιότερο αφήγημα "στην ιστορία της ανθρωπότητας"!). Το τραγούδι παίζει μεγάλο ρόλο στις αφηγήσεις για τη δημιουργία του κόσμου, επίσης. Ενας μύθος λέει οτι οι δημιουργοί του κόσμου, το μεγάλο καγκουρώ και το μεγάλο κοσμικό φίδι, τραγουδώντας δημιούργησαν τα δέντρα, τα νερά, τους λόφους, τα πουλιά, τα πάντα. Και έτσι δημιουργήθηκαν οι πρώτες τραγουδογραμμές.

Μία άλλη κυρίαρχη ιδέα στη ζωή των Αβορίγινων ανά τις χιλιετίες είναι η έννοια της φωτιάς ως εστίας συνάντησης των ανθρώπων (karlup είναι η φωτιά-εστία και karlupgur ο άνθρωπος που κάθεται σε κύκλο μαζί με άλλους γύρω από τη φωτιά). Οι συνάξεις γύρω από τη φωτιά όπου οι άνθρωποι μοιράζονται τα όνειρά τους, τα σχέδιά τους, τα κατορθώματά τους, και εορτάζουν μαζί είναι ίσως η πιο αρχαία πρακτική της ανθρωπότητας. Το παραπάνω σχέδιο συμβολίζει ακριβώς αυτό, και βρίσκεται κρυμμένο σε όλη την Τέχνη της κουλτούρας αυτής. 



Ο άνθρωπος είναι όν κοινωνικό, ζει σε κοινότητες, και... παίζει παιχνίδια! Οι πολιτισμοί χτίζονται με τα παιχνίδια που παίζονται ανάμεσα στους ανθρώπους - ο άνθρωπος είναι φύσει παιχνιδιάρης, λένε οι επιστήμονες. Στην κουλτούρα μας τα παιχνίδια (όλων των ειδών, και οι κοινωνικοπολιτικές σχέσεις ακόμα) έχουν νικητές και νικημένους, "παίζουμε για να νικήσουμε". Στις ανελέητες συνθήκες της ερήμου της Αυστραλίας, όπου το κλίμα είναι τόσο ασταθές που δεν δημιουργήθηκαν μόνιμοι οικισμοί ή γεωργία, ο χαμένος απλά πεθαίνει. Κι επειδή στις κοινότητες αυτές δεν περίσσευε ποτέ κανείς (δεν υπήρχαν κάν ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες!) τα παιχνίδια και οι κοινωνικές σχέσεις δεν είχαν ποτέ νικητες και νικημένους. Δύσκολο για μας να το διανοηθούμε κάν αυτό, γιατί 6+χιλιάδες χρόνια τώρα εκπαιδευόμαστε με τη νοοτροπία του "κερδίζω-χάνω"! Και βλέπουμε καθημερινά τις επιπτώσεις της νοοτροπίας μας αυτής στην κοινωνία, στην ψυχολογία, στην ίδια τη Γη...


Μία λέξη που κράτησα επίσης από το σεμινάριο ήταν το pinakarri. Κυριολεκτικά σημαίνει "ψηλά τ' αυτιά", και αναφέρεται στη στιγμή εκείνη που ένα καγκουρώ αφουγκράζεται γύρω του πολύ προσεκτικά. Μεταφορικά σημαίνει την απόλυτη παρουσία της συνειδητότητας στο τώρα, τη βαθειά ακρόαση μέσα μου και γύρω μου, την έντονη προσοχή. Τα  πλάσματα της ερήμου, τα άγρια πλάσματα (άνθρωποι και άλλα είδη), οφείλουν να έχουν οξυμένη παρατηρητικότητα, κυρίως για λόγους επιβίωσης, τόσο του ατόμου όσο και της ομάδας τους. Τι θα γινόταν άραγε μέσα μας και στην κοινωνία μας ολόκληρη εάν εξασκούσαμε την παρατηρητικότητά μας;


Ακούγοντας αυτές - και άλλες - ιστορίες σχετικά με την κοσμοθεωρία και τη νοοτροπία των ιθαγενών της Αυστραλίας, αναλογίστηκα πόσα έχουμε εμείς σαν κοινωνία να μάθουμε από αυτούς "τους άγριους της ερήμου". Στη Δύση η νοοτροπία τους μας έρχεται μέσω της μεθοδολογίας του Dragon Dreaming, για την οποία θα γράψω περισσότερα σε άλλη ανάρτηση. Εδώ κρατώ ως μαθήματα ζωής το συλλογικό όνειρο, το χρόνο χωρίς τέλος κι αρχή, το τραγούδι, το σεβασμό στη ζωή.

"Τα πάντα άνθρωποι, ζωά, γη, νερά, πράγματα, είναι προσωρινοί κόμβοι σε μία διαδικασία ροής" (Απόφθεγμα των Αβορίγινων)


Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

Καλή Φώτιση

Μιλάμε πολύ συχνά σε κάποιους κύκλους για "φώτιση" και "φωτισμένους". Οι φωτισμένοι, σε εμάς τους κοινούς θνητούς, φαντάζουν κάτι όντα φανταστικά, υπερφυσικά: στο νου μας έρχονται σεβάσμιοι γέροντες, ενίοτε αποστεωμένοι και με ράσα, ή πάλι μάγοι, θαυματοποιοί, με υπερφυσικές δυνάμεις κτλ. Και φυσικά οι θεολόγοι έχουν τους δικούς τους ορισμούς και παραδείγματα, βάσει των δικών τους δεδομένων.

Εγώ δεν ξέρω τι είναι "η φώτιση", και δεν ξέρω εάν έχω γνωρίσει κάποιον "φωτισμένο" που να πληροί τα κλασσικά κριτήρια. Καθημερινά βλέπω ανθρώπους και ακούω τις ιστορίες τους και το πώς διαχειρίζονται τις προκλήσεις της ζωής τους και τα συναισθήματά τους, και προσπαθώ να προσθέσω κανα-δυό βοτσαλάκια προς την "σωστή" κατεύθυνση, διευκολύνοντας, με τη βοήθεια των ανθοϊαμάτων, τον εσωτερικό διάλογο και την επίγνωση του καθενός.


Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς δύσκολα συναισθήματα, χωρίς μαύρες σκέψεις, χωρίς τρομακτικές παρορμήσεις. Ακόμα και οι πιο χαρούμενα σκληροπυρηνικοί οπαδοί της "θετικής σκέψης" έχουν σκοτάδια και σκιές μες στην προσωπικότητά τους, ακόμα και οι πλέον αλτρουιστές, ακόμα και οι "μυημένοι  στα μυστήρια", ακόμα και οι "καλύτεροι" χριστιανοί. Η ζήλεια, ο θυμός, η υστεροβουλία, η αλαζονεία, η πίκρα, η εκδικητικότητα,  η βία, το μίσος και η μοχθηρία ενυπάρχουν στον καθέναν μας, και είναι έτοιμα να βγούν κάτω από ακραίες (ή και πιο καθημερινές) συνθήκες. Δεν εξετάζω εάν είναι "έμφυτα" ή "επίκτητα", κάν. Απλά υπάρχουν, είναι ανθρώπινα. Ελλοχεύουν πίσω από τους διαλογισμούς και τα χαμόγελα και τα "αγάπη και φως"...

Και τι τα κάνουμε, όλα αυτά; Ιδού η απορία.

Εχω περάσει κι εγώ από σχολές "θετικής σκέψης", "κυρίαρχίας επί του εαυτού" κτλ. Αλλοι σου λένε να λες "άκυρο άκυρο" άμα σου έρχεται καμιά αρνητική σκέψη, άλλοι σου λένε να προσευχηθείς, άλλοι σου δίνουν διάφορες ασκήσεις και τεχνικές, διαλογισμούς, οραματισμούς, απ' όλα έχει ο μπαξές. Στις σχολές αυτές σπάνια συνάντησα ανθρώπους που να παραδέχονταν ανοιχτά οτι μέσα τους μπορεί να κουφόβραζαν η ζήλεια ή ο θυμός. Ειδικά οι "δάσκαλοι", ήταν όλο αγάπη και σοφία, υπομονή, ευγένεια, καλωσύνη και καρτερία! Ολοι ζούσαν μέσα στους ευσεβείς τους πόθους (με άλλα λόγια στη φαντασία τους). "Φωτισμένοι". Χμ.

Σε κοντινότερο πλάνο, η εικόνα άλλαζε. Ο 'σοφός ηγέτης' αποκαλυπτόταν χειριστικός και αυταρχικός νάρκισσος, και ο δάσκαλος του διαλογισμού αποκαλυπτόταν ζηλόφθονος και θυμωσιάρης ή ψεύτης και αλαζών. Ο 'φεμινιστής' αποκαλυπτόταν πιο πατριαρχικός και από τον νταή της γειτονιάς. Παράλληλα, έβλεπα ανθρώπους που δεν είχαν αξιώσεις μεταφυσικού περιεχομένου, ούτε ξέρανε από θετικές σκέψεις και τα τοιαύτα, και έρχονταν σε μένα ή σε συναδέλφους για τα όποια ζόρια τους. Απλά, ήσυχα, χωρίς τεχνικές διαλογισμού και αστρικών περιπλανήσεων, με  την απλή αγαπητική παρατήρηση του εαυτού, ξυπνούσε εντός τους η επίγνωση των μοτίβων της συμπεριφοράς τους, και έβλεπαν.
Για να δεις κάτι, χρειάζεται φως. Για να δεις στα τρίσβαθα της ψυχής σου, τις αιτίες των αιτίων των συμπεριφορών σου, χρειάζεται να ρίξεις έναν προβολέα φωτός. Μπορεί αυτά που θα δεις να μην είναι όλα "όμορφα", αλλά υπάρχουν. Είναι εκεί. Είναι δικά σου. Κάποιοι λένε "αγκάλιασέ τα, αγάπησέ τα". Κάποιοι λένε "κρύβουν τραύμα", κι έχουν δίκιο. Υπάρχουν θαυμάσιες μεθοδολογίες τραυματοθεραπείας σήμερα, για όποιον θέλει και τολμά. Οπως και να 'χει, τα σκοτάδια θέλουν φως!
Το φως καταργεί το σκοτάδι, και κάνει ορατά τα πάντα. Βλέπουμε καθαρά τι γίνεται εντός μας, και με την αγάπη που προσφέρει μια καλή θεραπεία γινόμαστε όλο και πιο συναισθηματικά ειλικρινείς. Δεν αρνιόμαστε τα δύσκολα και τα 'σκοτεινά', τα "αρνητικά", τα μη-αποδεκτά. Βλέποντας καθαρότερα έχουμε βαθύτερη επίγνωση των κινήτρων μας, και έχοντας επίγνωση των δικών μας κινήτρων μπορούμε να καταλάβουμε (και ίσως ευκολότερα να συγχωρήσουμε) τους γύρω μας. Οσο αποδεχόμαστε το οτι υπάρχει εντός μας δυσκολία και 'ανεπίτρεπτα' συναισθήματα και παρορμήσεις, τόσο λιγότερο είμαστε υποχείριά τους. Ο,τι δεν βλέπουμε μπορεί και μας ορίζει από τα σκοτάδια που βρίσκεται κρυμμένο. Οταν το βλέπουμε και αποδεχόμαστε την ύπαρξή του, μπορούμε ευκολότερα να το διαχειριστούμε.

Ισως τελικά αυτό να είναι και η περίφημη φώτιση. Ο φωτισμός των εντός μας σκοταδιών, των εντός μας αβύσσων. Ισως οι φωτισμένοι να μην είναι απαραίτητα οι "Γέροντες" των μοναστηριών και οι δάσκαλοι του διαλογισμού και των σχολών, αλλά εκείνοι που έχουν φωτίσει με τη ματιά τους τα εσωτερικά τους σκοτάδια. Ισως οι φωτισμένοι να μην είναι οι μάγοι και οι θαυματοποιοί, αλλά αυτοί που έχουν αληθινή επίγνωση της ανθρώπινης αδυναμίας τους, της ροπής τους προς την άλφα ή βήτα ανεπίτρεπτη συμπεριφορά.

Ισως η φώτιση να είναι μια πιο απλή, καθημερινή και αφανής υπόθεση απ' ό,τι μας έχουν μάθει να πιστεύουμε.

"Δεν υπάρχει φώτιση έξω από την καθημερινότητα"  Thich Nhat Hanh